Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Συμβόλαια σε δραχμές (;) μετά τον Μάρτιο του 2012


Του ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΣΑΤΣΑΡΩΝΗ

«Ο εφιάλτης στον δρόμο με τις... δραχμές», (και όχι «με τις λεύκες» όπως είναι ο τίτλος του πασίγνωστου φιλμ), επανέρχεται, πλέον, όχι ως απλό σενάριο συγγραφικής φαντασίας για την Ελλάδα. Αυτή τη φορά έχει και «πιστοποίηση iso», από γερμανικές και ολλανδικές επιχειρήσεις!

Μετά το σχετικό προ μηνός «επεισόδιο» με τον ταξιδιωτικό οργανισμό TUI, τώρα το σενάριο επιστροφής της Ελλάδας στο προ της ένταξής της στη ζώνη του ευρώ, νόμισμα, τη δραχμή, αποκτά σάρκα και οστά, μέσω πολλών γερμανικών και ολλανδικών επιχειρήσεων. Οι οποίες έχουν εμπορικές σχέσεις με ελληνικές, εξαγωγικές κατά βάση, επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, προερχόμενες από εγχώριες επιχειρήσεις, που παραδοσιακά εξάγουν προϊόντα τους σε αγορές της Γερμανίας (Μόναχο κ.λπ.) και της Ολλανδίας (Άμστερνταμ κ.λπ.), με εύσχημο πλην σαφή τρόπο, καλούνται να είναι έτοιμες από τώρα, για την αλλαγή των συμβολαίων τους από ρήτρες ευρώ, που ισχύουν σήμερα, σε ρήτρες δραχμής! Και αυτό όχι σε αόριστο χρόνο, αλλά σε πολύ συγκεκριμένο. Από τις 20 Μαρτίου 2012 και μετά!


Εταιρείες και μεγάλοι παραγωγοί, από την Κρήτη μέχρι και τον Έβρο, αιφνιδιάστηκαν δυσάρεστα και προσέτρεξαν σε δικηγορικά γραφεία και τράπεζες, ζητώντας συμβουλές και επεξηγήσεις, ώστε να δουν πώς θα αντιμετωπίσουν αυτή την ανατρεπτική, για τους ίδιους, αλλά, πολύ περισσότερο, για τη χώρα, κατάσταση.

Παρόμοιες «ειδοποιήσεις» λέγεται ότι έλαβαν και αρκετά τοπικά καταστήματα τραπεζών, μέσω των οποίων διεκπεραιώνονται οι εξαγωγές και εισαγωγές προϊόντων. Αποστολείς, τα αντίστοιχα καταστήματα τραπεζών των δύο χωρών -Γερμανίας και Ολλανδίας- με τα οποία συνεργάζονται οι εκεί επιχειρήσεις τους για τις συναλλαγές τους.

Το γεγονός δεν επιβεβαιώνεται, φυσικά, από πλευράς τραπεζών. Παράγοντες όμως της αγοράς, εξαγωγικοί φορείς, και πολιτικοί παράγοντες, δεν θεωρούν καθόλου τυχαίο ότι πρωτοστατούν στο γεγονός αυτό γερμανικές (καταρχήν) επιχειρήσεις και ολλανδικές, για τις οποίες, έτσι κι αλλιώς, ουδόλως εκπλήσσονται.

Άλλωστε, οι Ολλανδοί, σε κάθε ευκαιρία και συνήθως απροκάλυπτα, καταφέρονται εναντίον της Ελλάδος. Ενώ είναι πάρα πολύ συχνά τα επεισόδια ακόμα και με στελέχη και υπαλλήλους της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας στις Βρυξέλλες.

Γιατί τον Μάρτιο

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, έχει να κάνει με την ημερομηνία, η οποία αναφέρεται στις προειδοποιήσεις αλλαγής των συμβολαίων από γερμανικές και ολλανδικές επιχειρήσεις, προς τις συνεργαζόμενες ελληνικές εταιρείες. Και αυτό γιατί, όπως επισημαίνεται από πολιτικές και τραπεζικές πηγές, στις 20 Μαρτίου λήγουν ελληνικά ομόλογα αξίας 14,4 δισ. ευρώ, τα οποία θα αδυνατεί να αποπληρώσει η χώρα μας, αν δεν λάβει την (7η παλαιά, ή 1η νέα) δόση των 88 δισ. από την τρόικα.

Η οποία, για να δοθεί περί τα τέλη Φεβρουαρίου, αρχές Μαρτίου, το αργότερο, θα πρέπει να προηγηθεί συμφωνία με τους ιδιώτες ομολογιούχους για το PSI+, για να μην εκδηλωθεί «πιστωτικό γεγονός», και, συνεπώς, χρεοκοπία για την Ελλάδα.

Πέραν βεβαίως, των άλλων δεσμεύσεων, που έχει αναλάβει η σημερινή τρικομματική κυβέρνηση υπό τον Λουκά Παπαδήμο. Αλλά και σε σχέση με το αν και πότε θα διεξαχθούν εκλογές, ή αν θα υπάρξουν έκτακτα και δυσάρεστα γεγονότα, που θα ανατρέψουν όλα τα σχέδια, όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά και στο σύνολο των χωρών της Ευρωζώνης.

Σημειώνεται, επίσης, ότι οι ξένες τράπεζες, που προειδοποιούν τα εδώ κατά τόπους τραπεζικά καταστήματα, προφορικά αναφέρουν ότι για τις «οριστικές ισοτιμίες» θα ειδοποιηθούν σχετικά, λίγες ημέρες πριν από την 20ή Μαρτίου, ώστε να συνταχθούν τα τελικά συμβόλαια!

Με απλά λόγια, προκύπτει ότι δεκάδες γερμανικές και ολλανδικές επιχειρήσεις θεωρούν βέβαιη την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, και την επιστροφή της στη δραχμή. Και προετοιμάζονται, και προετοιμάζουν από τώρα τις συνεργαζόμενες ελληνικές εταιρείες. Η βεβαιότητά τους αυτή, δεν μπορεί παρά να απορρέει από την πληροφόρηση «από πρώτο χέρι», που απολαμβάνουν από τις κυβερνήσεις τους, τις τράπεζές τους και τις πολιτικές τους ηγεσίες.

Από πλευράς των ελληνικών επιχειρήσεων, πάντως, διατυπώνεται έντονος προβληματισμός για τις κινήσεις αυτές, των συνεργαζόμενων ξένων εταιρειών, αλλά και αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι με τα προϊόντα τους. Κι αυτό γιατί η αναζήτηση νέων αγορών, εκτός της ζώνης του ευρώ, αυτή ειδικά την περίοδο φαντάζει δύσκολη, έως αδύνατη.